Follow by Email

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Κλέφτικο


Ι.

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,
που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες
μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους,
που βρήκαν την κόμισσα Seroxat να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου
συντροφιά με τον βαρόνο Tavor και τη μακρινή εξαδέλφη του ―
αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού παροράματος ―Xanax,

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά
χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ και πειραιώτικους δρόμους,
αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,
που πάρκαραν τα Cherokee τους στα λιθόστρωτα του Ψυρρή
κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

που τρέκλισαν και σκόνταψαν στο ανυπόληπτο φιλιατρό
επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα στη Κατανάγκα,
που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει «Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές
απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,
που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή
με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ και το Πρόβλημα της Αναπηρίας
στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν στην Αθήνα
θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ το μακρύτερο
μανίκι της μεταμοντερνίλας,

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές του Φαραώ
μήπως και βρουν τη δική τους,
που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν τον Στάλιν
με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,
που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα
το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη της καρέκλας του Γενικού,
που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα
και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή
εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν τ’ αβρόχοις ποσίν
για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα του νάρκισσου μεταξύ τους,

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας σημαίες της Κρονστάνδης,
που διπλώθηκαν από τη μοναξιά μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας
τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης κι ακούγοντας το διπλανό
σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,
που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους
στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π. στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,
που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες, ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,
κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,
και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου καφρόκαυλου ΕΠΟΠ
κι έχασαν το πρόσωπό τους  > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;
> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…
που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,
που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι
του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art déco,

που βυθίστηκαν στο ζενικό φως των Εξαρχείων, των Άγιων Ανάργυρων και της Κυψέλης
«Ντυμένοι Επίσημα», στο «Δρόμο προς το Περίπτερο», με «κύριο Κρακ»
«Δέλτα», «Αντίποινα», «Ηλεκτρογραφία», «Μικρές Αγγελίες», Τρίποντο κι Αθλητική Ηχώ,
που μ’ ένα Σπίρτο πυρπόλησαν κάποια Πλατεία Ηρώων,
που ξόδεψαν το γαλάζιο τους στη Φευγάδα, σ’ ένα γκισέ τουριστικό-Vermietung Zimmer- Σούδα-Φαληράκι beach-blowjob contest-Λαγανάς-transit για Croydon -Νύχτα-

που πληροφορήθηκαν απ’ το ραδιόφωνο πως ορίστηκε ΕΔΕ για την ΕΔΕ που ορίστηκε
για την ΕΔΕ που δεν είχε αποτέλεσμα για την ΕΔΕ που κατέληξε στο ασφαλές
συμπέρασμα πως πρέπει να οριστεί ΕΔΕ,
που σουλατσάρανε εκστατικοί, άεργοι και φιμωμένοι, μέσα σε πορνοστάσια αχνά
γράφοντας ύμνους λατρευτικούς για τα μάτια της Άννας Πάβλοβα
διερωτώμενοι «Αν ―Αγαπήθηκε ―Κανείς ―Ποτέ ―Εδώ ―Μέσα;»
που εργάστηκαν προσωρινά σε εταιρείες είσπραξης
ληξιπρόθεσμων οφειλών κι είχαν για καλημέρα τους το «άι γαμήσου»,
που φυλλομέτρησαν ακατανόητα ημερολόγια οικογενειακού προγραμματισμού
παίζοντας στο χέρι τους τα κλειδιά του γραφείου, πάντα στις λάθος γειτονιές,
και πάντα τη λάθος ώρα,
που τραγούδησαν το σύνθημα κατά των πολυεθνικών πριν αυτό ξεπουληθεί
σ’ ένα σποτάκι διαφημιστικό για καπότες,
που εγκατέλειψαν την ανάγνωση,         περίπου σ’ αυτό το σημείο,

που έβρασαν σε μια μαστουρωμένη ολονυχτία
τον σκελετό ανατομίας κι ήπιανε το ζουμί,
που λόγχισαν την Ανία και πλευριτώθηκαν σε λόφους από scrap-παλιοσίδερα
και σε ασίγαστες πρασινάδες της Σαξονίας,
ενθύμια ασημένιων φτερών ενός όρθρου
στο cow-tipping μαγικών μανιταριών ―ξεστρατισμένα σωθικά,
χρόνια θολά που ζέστανε η αχρηστία,

που είχαν όνειρα για περιπλάνηση κι απομόνωση, διαλογισμό και μελέτη
κι απέμειναν με όνειρα για περιπλάνηση κι απομόνωση, διαλογισμό και μελέτη,

που σκάλωσαν στην διάταξη υπ’ αριθμόν 117 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 κάθετος 66 εδάφιο 34 κι αγνόησαν την άνω τελεία στο ακροτελεύτιο άρθρο
του προεδρικού διατάγματος 238 ―παρηγορήθηκαν για λίγο στην ερμηνεία του βουλεύματος 466― μούδιασαν κι αποτρελάθηκαν σε στάση γραφειοκρατικής αμφισημίας, σκεπτόμενοι: «διάολε!… τελικά ο κόσμος δεν είναι καθόλου απλός»
που έπαθαν ψύξη-γάγγραινα-ακρωτηριασμό, ηθικολογώντας κάτω απ’ το ορθάνοιχτο παραθυράκι του νόμου,
που κυνήγησαν χρυσαυγίτες που κυνηγούσαν μετανάστες που κυνηγούσαν αγγέλους
που κυνηγούσαν τυχοδιώκτες, κυνηγημένοι όλοι από δουλεμπόρους αριθμούς,
που έφαγαν φλούδες πορτοκαλιού για να την συναντήσουν -και την συνάντησαν-
κάτω από σημαίες χορηγών, στα 1.200 MHz, στα 18.000 BTU, στο φροντιστήριο Κύκλοτρο, ———— η πτώση της απ’ τον έβδομο————————-
και  τα    α σ θ ε ν ο φ ό ρ α,
που μελέτησαν Λεοντάρη, Πλωτίνο, Βύρωνα, Αντόρνο και Κορτάσαρ,
γιατί ένιωσαν τη διαλεκτική να πακτώνεται ενστικτωδώς
κάτω από τα πόδια τους στη Νέα Κρήνη,
που βρήκαν το παιδικό αναλόγιο του πατέρα θαμμένο στα ερείπια του Ντε Λα Σαλ,
που μάδησαν κυκλάμινα σανατορίων δίπλα σ’ ανοιχτά παράθυρα
και τρούλους της Τσιμισκή, κι αναρωτήθηκαν πόσο να παίζει ο μπούκης την δική τους εξόντωση,
που στα γραπτά τους εξημέρωσαν τον Παρμενίδη
αποκτώντας ξαφνική δυσανεξία στα κουκιά,
που κλείδωσαν ολόκληρο μεσαίωνα σ’ ευέλικτες προθεσμιακές
κι έκτοτε καθησυχάζονται με τεσσεράμισι τοις εκατό τόκο,
που πόνταραν τις ελπίδες τους στην Άλλη Ελλάδα ―την «καλή»― κι εδώ γέλα όσο θες αναγνώστη ―
που έγραψαν ιστορία αναστενάζοντας στο Legend, στο Berlin, στο Mojo και στο Astoria,
ανασηκώνοντας κακομοίρικους ώμους στο περιβόητο τροπάριο:
«αφού μας πολεμούν-μας κατατρόπωσαν-δεν το βλέπεις;-δεν το βλέπεις;-είμαστε λίγοι-μια τόση δα νησίδα αντίστασης-μια ελάχιστη κουκίδα στο χάρτη-μια σιωπηρή μειοψηφία-ασφαλής-στην Τάξη που την όρισε-για άλλοθί της-ακίνδυνοι-ευαίσθητοι-και μορφωμένοι- προπάντων ηττημένοι-βαράμε μύγες στα φαντασιακά-rooms to let-
της ριζοσπαστικότητάς μας-δεν το βλέπεις;-δεν το βλέπεις;-μην το βλέπεις… εβίβα!»

που απ’ τον δεύτερο όροφο ονειρεύτηκαν
ένα ευήλιο διαμπερές στον τρίτο ―κι από κει
ένα ευήλιο διαμπερές στον πέμπτο ―κι από κει
ένα ευήλιο, ευχάριστο, διαμπερές ρετιρέ ―κι από κει
το σπίτι ολόκληρο ―ακέραια τη γειτονιά―
τη χώρα συθέμελη ―ει δυνατόν― μαζί με τους κατοίκους,
που έχτισαν με το Τίμιο Σπαθί τους
επιδαπέδια ενυδρεία με χρυσόψαρα, πιράνχας και led φωτισμό,
που υποθήκευσαν το μυαλό τους στην Τράπεζα Παρακαταθηκών και Δανείων
και τους το πήρε η Τράπεζα Παρακαταθηκών και Δανείων
και τώρα            δεν         ξέρει     τι
να          το         κάνει,

που σταύρωσαν τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη για να δουν εσένα που δεν είχες ένα όραμα
ή εμένα που δεν είχα ένα όραμα ή αυτόν που δεν είχε ένα όραμα, γιατί ήθελαν να μετρήσουν επακριβώς ποια και κατά πόσο υπήρξε μεταξύ μας η Διαφορά,
που έσβησαν σαν λογοκριμένα καρέ σε υπόγειες αίθουσες προβολών, άλλαξαν γνώμη και πλευρό την ώρα που ξεπιανόταν το Σύμπαν, ξύπνησαν σε απροσδόκητους Αμπελόκηπους,
σύρθηκαν έξω απ’ τα σινεμά μπαϊλντισμένοι από κούφια ρητορική
και χάθηκαν κουτσαίνοντας, αιώνιοι, στους κίτρινους δρόμους,

που φάγανε το στιφάδο της κανονικότητας
ή ψάρεψαν normalité απ’ τον πυθμένα του Έβρου,
που αναποδογύρισαν όλους τους κάδους των Αθηνών γυρεύοντας τον ευρυγώνιο φακό του ονείρου, ή το τετράδιο με τις αγγελικές σημειώσεις ενός προπατορικού μυθιστορήματος,
που χρονομέτρησαν αριστερόστροφα ποιήματα μ’ ένα Rolex-Oyster Perpetual- Cosmograph, πήγαν στην παρουσίαση της 15ης τους συλλογής ―έκαναν εντύπωση―
καλά   ήταν,
που κατέβηκαν στη Λαμία, που τα παίξανε στη Λαμία, και δραπέτευσαν προσωρινά
μα ξαναγύρισαν στη Λαμία κι ανέμεναν εκεί, κάτι απροσδιόριστο, επί ματαίω,
που αγνάντεψαν στη Λαμία και στοχάστηκαν ―όσο επιτρέπεται να στοχαστεί
κανείς στη Λαμία― και προσπάθησαν να μονάσουν, μα τελικά το γλέντησαν
με τέσσερις οξυζενέ αηδόνες στην πλατεία Λαού και στην πλατεία Ελευθερίας,
κι έφυγαν για να διερευνήσουν διαφημιστικά οράματα ήσσονος Αποκάλυψης
και τώρα η Λαμία, στις ψησταριές και στα κωλάδικα,
αναπολεί τσικνίζοντας τους ήρωές της,

που σνίφαραν φόλα όταν κατάλαβαν-πως-γεννήθηκαν-για-να-πουλάνε-
κινητά- οθόνες αφής- τρέλα-25άρες σύριγγες κι ατελέσφορα-πακέτα συνομιλίας,
αξεσουάρ κομμωτηρίων-κρίκους- τασάκια-φαναράκια-κιμονό απ’ το Κιλκίς-
που πιάστηκαν στα πράσα μ’ ένα τσιγάρο χασίς
κι εξήλθαν δυόμισι χρόνια μετά απ’ τον Κορυδαλλό (όχι του Shelley)
σωστά, επιμορφωμένα πρεζόνια,  που σάλταραν
μέσα σ’ άδεια εμπορικά βαγόνια κι έπαιξαν πρέφα με τα δελτάρια αποστολής,
που ξεχάστηκαν μήνες και χρόνια κάτω από θερμογόνα σώματα αργοπίνοντας κουτσομπολιά, αναδεύοντας αφρόψαρα της Αρετσούς με πετονιές της Προποντίδας,  ενίοτε κάνοντας : Ααααααααααα….! για λέγε-για λέγε- για πες-για λέγε- για πες-για λέγε-μελαγχολία έχουμε; φιλτράκια έστω;-για λέγε-για λέγε-για πες- 

που προδόθηκαν από αγνά λαϊκά φουστανάκια, στιχατζήδες της εργατιάς, μεσούλες γυμνές έντεχνων γλυκών του κουταλιού με το δίσκο, μεσάζοντες, λογοκριτές, λαμέ βραδιές για νεολαίες ποιμενικές, νοικοκυριά, εξοχικά, κλέφτικα, ενοχικά, εύγλωττα γιλεκάκια, Πρέβεζες, χρεολύσια, λάμιες, εικονοστάσια, φτηνό Johnny Red της Καλλιθέας για αυτοτύφλωση, free press, πρωτοχρονιές σε γέφυρες γοτθικές, κατσαδιασμένοι απ’ την αφή ―κι αμπαρωμένοι σ’ αγκαλιές― δίχως χέρια 

που φόρεσαν γραβάτες φανταχτερές μες στα δικά τους αμοργιανά καλοκαίρια
και κρεμάστηκαν απ’ αυτές και κανένας δεν νοιάστηκε,

που πολέμησαν το ποσοστιαίο κτήνος,
το κτήνος της αδήλωτης καταστολής
το κτήνος των ποδοπατημένων ψιθύρων
κι απέμειναν τρελοί στην άκρη του δρόμου
ψελλίζοντας μιαν απτάλικη, στερητική προσευχή,
με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της Ζωής
ξεβρασμένη από τα ίδια τους τα κορμιά,
τροφή καλή
για δέκα εκατομμύρια  Πιόνια.

(Πανοπτικόν, 2013)

Γιώργος Πρεβεδουράκης

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Άλκηστις


Άλκηστις κρυμμένο βαθιά ριζικό και Άλκηστις μοίρα δική μου
όπου την ευτυχία ξάφνου ένα πρωί
νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο
ιδού το πρόσωπο σου στα χέρια μου
η βάρκα που τη βρίσκεις στο μικρό λιμανάκι
δέκα μέρες χωρίς τον ψαρά μέσα
και το κορμί σου ιδού λατομείο κλειστό
όπου καθόμουν περιμένοντας στην άκρη ν’ ακούσω την έκρηξη
μονάχος, Άλκηστις, ανέκραξα.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
και τα λόγια μου όπως πέντε ορτύκια
μέσ’ απ’ τα χαλάσματα πετούν τρομαγμένα.

Τα χέρια μου πιάνεις
και αυτά σε προσμένουν, όπως η τροφός τα δυο παιδάκια
που τα πάει βόλτα μετά τον πυρετό, σε προσμένουν.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
ή στο όνειρο κάποτε που σ’ έχασα κι έγινε ξάφνου σκηνή περιπλανώμενου, ο ύπνος μου, θιάσου
όπου ο αέρας έριξε το σκηνικό
και έμεινε μονάχα η λάμπα θυέλλης, το σταμνί με το νερό
και το χέρι μετέωρο, με τα σχοινιά,
που κινούσε τις μαριονέτες, Άλκηστις, κινούσε.

Το μυαλό μου μια θάλασσα σε νηνεμία, Άλκηστις,
που η αμφιβολία για την αγάπη σου την ταράζει,
ένα χέρι έξω απ’ το νερό
τελευταίο σινιάλο ανθρώπου που πνίγεται
και η ψυχή μου ένα ξέφωτο την ώρα του κεραυνού
για να σε κοιτάζει με μάτι που πλήττεται
ή να σου φέγγει με σχισμήν ουρανού,
ω Άλκηστις, να σου φέγγει.

Άλκηστις, αντηχείο απείραχτου χρόνου
φωνούλες πνιχτές πουλάκια που πέταξαν χαμηλά στην ηδονή
και χέρι που μ5 άγγιξες και άνθισε στον ώμο τρελή
στο χάσμα του μάρμαρου μουσμουλιά.

Είσαι το κεφάλι αγάλματος γυναίκας αρχαϊκής,
που βρέθηκε στο χωράφι του φτωχού γεωργού
και κείνος το κρύβει,
το απόγευμα, να το βλέπει μονάχος.

Το καράβι είσαι που ετοιμάζεται να σαλπάρει
αφού πρώτα έσπειρε το κακό,
η νάρκη που την παίρνει για ρολόι ο ατυχής
και αυτή του κόβει τα τρία από τα πέντε δάχτυλα
για να κάθεσαι να φροντίζεις τα υπόλοιπα
όπως δυο αδελφάκια ορφανά που το ένα το έχουμε βαφτίσει
και πάμε δώρο και στο άλλο,
το τιμαλφές που ο κλέφτης να σε πουλήσει δεν μπορεί
γιατί όλοι στην αγορά ξέρουν πως είσαι δικό μου,
η φωταψία — νύχτα — της πόλης η έκσταση η χρυσή
που απ’ τα βουνά προσπαθώντας να την εξηγήσει
το ξεκομμένο την κοιτάει ξαφνιασμένο τ’ αγρίμι,
η αύρα όπου ταραχή — το σώμα μου — πλήγωνε
κήπος περίφραχτος γύρω
και δρόμος του φιδιού το σάλιο
η υποψία του άλλου στις ρώγες σου άντρα
όταν κρυφά, ω Άλκηστις, τις ρωτούσε η γλώσσα μου
όταν κρυφά τις ρωτούσε.

Ω Άλκηστις!

Σπίτι που του άλλαξαν κάποτε ερήμην μου κλειδαριά,
λοφίσκος ορεινού αρχηγείου
για να ανεβαίνω να βλέπω το απόγευμα τα κατεχόμενα να βλέπω
και ομπρέλα, τέλος, που δεν σε έχω
όταν μονάχος διασχίζω,
όταν μονάχος διασχίζω της ψυχής τα βουνά.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Ε π ί π ι σ τ ώ σ ε ι


Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής
από τα Σάλωνα της Στερεάς
μέρα Λαμπρής εζωγραφήθη
από πλανόδιο ζωγράφο ομπρελά και κρεβατά
για λίγο ρύζι λάδι και σαπούνι.

Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής εζωγραφήθη και επωλήθη απ’ τη γριά του σε υπαίθριο παλιατζή
για ένα βουρτσάκι νάυλον, για μια παλιά παλάντζα κι έναν καθρέφτη από το Κόνγκο.

Η θλίψη σου, ρε μάτια μου,
σαν την Καισαριανή τα βράδια του φθινοπώρου.

Πάψε πια να με καρφώνεις με ρεμπέτικα πίσω απ’ τις μάντρες της, στους δρόμους. Οι ναυτικοί ναυάγησαν, οι ναυτικοί στα πετρελαιοφόρα στη μοιρασιά μαλώνοντας χαθήκανε για πάντα.

Στερνή φορά που μου ’γραψες, θυμάσαι!
Πήρα το γράμμα σου σε μπαρ
«έχεις γράμμα», είπε ο θερμαστής
έβρεχε παρέες που βρίζαν και φωνάζαν
και κάποιο ράδιο που έκλαιγε στην άκρη.
«Ο μικρός έφυγε ένα βράδυ, έγραφες,
λες και πήγε στη γωνία για τσιγάρα ή καραμέλες».

Νύχτες μεγάλες με το φόβο του άπειρου διπλοσφαγμένες
νύχτες με υπόκωφους θορύβους τυραννικές και απέραντες
χίλιες στιγμές και αιωνιότητα, χίλιες στιγμές και θάνατος.
Κι ήτανε δύσκολη εποχή, κανένας δεν την άκουγε,
κάτι «παιδιά» μονάχα ρίχναν τα βράδια στις ταβέρνες
να προφθάσουν το κακό και τον εμφύλιο, λέει,
μα όσοι γνώριζαν από τέτοια
βλέπαν την ενοχή που ενέδρευε,
ώσπου κάποια βραδιά σε είδαμε ξανά
σε ένα βουβό παλάτι μόνη
«έι... τι κάνεις;» φωνάξαμε και, Θε μου,
το σώμα μας και το δικό σου σώμα
εκμαγείο γύψινο φθαρμένο απ’ τη βροχή και από τα χρονιά
σαν φρουραρχείο, γκρεμισμένο φρουραρχείο,
«θα ’ρθουν κάποια νυχτιά αυτοί που τους ξεχάσαμε,
σου είπαμε,
ανύπαρκτο το πρόσωπο τους
και το κρανίο τους γεμάτο σαύρες και γυμνό
θα κατέβουν βήμα το βήμα μόνοι
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
πάνω απ9 τα σπίτια και τους τάφους
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
μια πίκρα από αγάπη για μας και για τους πεθαμένους»,
κι ύστερα πάλι χάθηκες.

— Ανοίξτε το φως, ανοίξτε τα παράθυρα.

Αλήθεια, τι ντροπή
να πεθαίνουμε στα άσπρα μας σεντόνια
ενώ όλοι οι φίλοι μας σκοτώθηκαν στο πεζοδρόμιο.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Ζ ι γ κ ο υ ά λ α - Α θ ή ν α


Ακόμα φοβάμαι ν’ ανοίξω την πόρτα το βράδυ.
Κι αν καμιά φορά ανέμελος πετάγομαι στο δρόμο,
ένα χέρι είναι, όπως και τότε, που πισθάγκωνα με δένει,
ενώ ξοπίσω μου αόρατοι φυλάγαν να μ’ αρπάξουν
νομάτοι τρεις χιλιάδες, μαγκουροφόροι, τέως χίτες,
κουκουλοφόροι και ραβδάτορες της τρισενδόξου Μεσσηνίας.

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εδώ αφήσαν τη ζωή τους
«λεβέντες» αγαπητικοί και φουστανελοφόροι,
ενώ σε παρακείμενα νυχτόβια μπαράκια πεντέμισι και κάτι
εραστές της αειπάρθενης Γκόλφως
τσοπαναραίοι με κοστούμι κι αόρατη αγκλίτσα
κατέθεταν το στερνό δάκρυ τους
στη μεγάλη ιστορία του τόπου.

Τη μάνα μου τη λέγαν Αγλαΐτσα,
ίδιο το όνομα της Καραγκιόζαινας,
ενώ τα κολλητήρια, που είχε το μάτι τους θολώσει
για ψωμί και για παπούτσι,
πήραν τους δρόμους σβάρνα, αδέσποτα, για γόπες. 

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εκείνοι που παίρνουν βιαστικοί
το τελευταίο τραίνο της νύχτας σου
έχουν μια θλίψη στα μάτια.
Κάνουν Πρωτοχρονιά στους δρόμους,
αυτοί κι ο εαυτός τους, κι ο νέος χρόνος τους βρίσκει
με τράκα ένα τσιγάρο από τον άγνωστο διαβάτη.

Γι’ αυτό και συ, αγάπη μου, μην ησυχάζεις στην ιδέα
πως δεν θα με ξαναβρείς μπροστά σου πια ποτέ.

Πέντε δρόμοι είν’ η Αθήνα
και εδώ κλειστήκαμ’ όλοι, κάθε καρυδιάς καρύδι,
κι εκείνο κει το πούστικο τ’ απωθημένο
που δεν λέει ποτέ να βγει,
καθώς έγραφε κι ο φίλος Ταβάνης.

Θα συναντηθούμε, αγάπη μου,
εκεί που δεν θα το περιμένεις,
ενώ εσύ θα ’χεις «αρνηθεί» μόλις πριν από λιγάκι
και το τελευταίο παιδικό σου απόγευμα,
κι εγώ μονάχος θα γυρνώ
έχοντας ξεράσει — άδειος — στο Βοτανικό ή στη Βάθη
μαζί με το ούζο στον υπόνομο
και το τελευταίο πελοποννησιακό μου όνειρο,
έχοντας ξεράσει, τελείως, ακόμα και σένα.

Οι κλειστές μπλούζες
είναι για να κρύβουν τις σκοτεινές αραχνιασμένες τρύπες
που άφησαν οι αόρατες σφαίρες μες στα σπλάχνα μας
στα παιδικά μας χρόνια.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Εσωτερικές ειδήσεις


Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το Νότο
να ξέρω από πού φυσάει
ούτε τη Δύση σαν θεία να με νουθετήσει
τα ‘χω χαμένα και στροβιλίζομαι σαν σβούρα
μες το κενό και τη θολούρα σ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα τον τρόπο
να πω το ναι να προχωρήσω
γιατί το όχι έχει μακρύτερη απόχη
και παραπαίω ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο
με ένα ίσως επενδύω

Σ’ αυτό τον τόπο πιάνεις πιο εύκολα το λόττο
από τη σκέψη του πλησίον
γιατί ο άλλος έγινε πρόσφατα μεγάλος
και δεν ακούει παρά μονάχα ό,τι θέλει
μ’ όλα τα δάχτυλα στο μέλι
σ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το στόχο
να πιάσω κέντρο επιτέλους
γιατί το κέντρο δεν είναι ακίνητο σαν δέντρο
μετακινείται αλλάζει θέση κάθε λίγο
και προσπαθώ να τ’ αποφύγω

Σ’ αυτό τον τόπο που όλα γίνονται με κόπο
και πάντα κάποιος άλλος φταίει
έχω προσέξει όσοι ξυπνάν από τις έξι δεν έχουν λόγο
μόνο αυτιά να μας ακούνε και χέρια να χειροκροτούνε
σ’ αυτό τον τόπο μα κάποτε θα βαρεθούνε
και θα μας γράψουν στα παλιά τους
εκτός κι αν έχουν λερωμένη με κάποιο τρόπο τη φωλιά τους
με κάποιο τρόπο σ’ αυτό τον τόπο

Μιχάλης Γκανάς

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

XXIV


Η αγάπη αρχίζει μετά τον νεκρό αρχίζει μετά το τέλος
σαν κάποιος δρόμος σκοτεινός από στάχτη που λησμονιέται

— γιατί έφυγες; γιατί μπήκες μόνος στη νύχτα;
— το φιλί δεν ήταν φιλί η αγάπη δεν ήταν αγάπη

κακές συνήθειες των ανθρώπων την ηλικία η μοίρα μετρά και ο άλλος
από τα έγκατα τύμπανα της πέτρας λημέρια
κι η γραμμή των χειλιών δείχνει κάτω γιατί δεν έχει ο κόσμος ουρανό

κατάρα ερημιά

σκαλί το σκαλί η σκιά κατεβαίνει όνειρα θαρρώ
ωραία μου κρίνα μυρώδη κρίνα αγαπημένων στην πλαγιά
χάδι λαϊκό θωπεύει σας και την καρδιά σπάζει
τρομαγμένο ζώο ταράζει σας εισβάλλοντας στο σκιερό δάσος
κι από τα δέντρα του μαστού τώρα βυζαίνει

νύχτα και νύχτα μαύρο βουβάλι προχωρεί στάχυα
θροΐζοντας και σιωπή ωραίο μου κρίνο παιδί λευκό
ρίξε την πέτρα μην τάχα ξυπνήσει μην τάχα εγερθεί.

Από τη συλλογή Τα ισόβια ποιήματα (1977)
Μάρκος Μέσκος

Μουσική

Εις την γλυκιά της νύκτας ήσυχη ερημία,
ενώ λαμποκοπούν τ’ αστέρια μαγεμένα,
τ’ αέρι παίρνει απ’ τους ανθούς την ευωδία
και τα νερά κρυφομιλούν ερωτεμένα.

Τότ’ αγκαλιάζω αν αγροικώ την αρμονία
όπου τ’ αηδόνια χύνουν, στα κλαριά κρυμμένα,
ή κι αν ερωτική μου ψάλλει μελωδία
μέσα εις βαρκούλ’ αηδονολάλητη παρθένα.

Κι ευτύχημ’ άλλ’ ο νους μου δεν επιθυμάει
παρ’ όλην την ζωήν μου να την ναναρίζει
τέτοι’ αρμονία που τα πάθη όλα νικάει.

Εις την ψυχήν η Μουσική φτερά χαρίζει,
ώστ’ ημπορεί μακράν του κόσμου να πετάει
κι εις ύψη αιθέρι’ από ηδονή να λαχταρίζει.

Λορέντζος Μαβίλης